Yunanca'da litter

Telaffuz
ουσ. φορείο, κοίτη, στρώμα, σκουπίδια, νεογνά ζώου
ρήμ. γεννώ, ρίπτω σκουπίδια άτακτα

Örnek cümleler

Though fewer than a million voted against, and in a landscape littered with lies, the people are not persuaded.
Παρότι λιγότεροι από ένα εκατομμύριο ψήφισαν κατά, και μάλιστα σε ένα τοπίο γεμάτο από ψεύδη, ο κόσμος δεν έχει πειστεί.
Telaffuz Telaffuz Telaffuz Hata bildir!
I have to say that history is sadly littered with unwanted and inappropriate pieces of paper.
Οφείλω να επισημάνω ότι η ιστορία είναι γεμάτη από τέτοια ανεπιθύμητα και ακατάλληλα χαρτιά.
Telaffuz Telaffuz Telaffuz Hata bildir!
Peat grows continually through the assimilation of bog plants and the production of forest litter.
Τύρφη δημιουργείται διαρκώς μέσω της φωτοσύνθεσης των ελόβιων φυτών και των δασοκομικών υπολειμμάτων.
Telaffuz Telaffuz Telaffuz Hata bildir!
In this respect, it is worth mentioning the work of KIMO International and their 'Fishing for Litter' Project.
Σε συνάρτηση με αυτό, αξίζει να υπομνησθεί το έργο της οργάνωσης αυτή KIMO International και του προγράμματός της "Αλιεύοντας απορρίμματα".
Telaffuz Telaffuz Telaffuz Hata bildir!
The pass that we have to negotiate is littered with pitfalls.
Ο δρόμος που έχουμε να διανύσουμε είναι σπαρμένος με αγκάθια.
Telaffuz Telaffuz Telaffuz Hata bildir!
Africa is littered with regions and subregions, with many nations being intertwined with a number of regions.
Η Αφρική είναι γεμάτη από περιφέρειες και υπο-περιφέρειες, με πολλά κράτη να αποτελούνται από πολυάριθμες περιφέρειες.
Telaffuz Telaffuz Telaffuz Hata bildir!
Your document is also littered with mistakes and half-truths.
Tο έγγραφό της, ειδικά, είναι γεμάτο από σφάλματα και μισές αλήθειες.
Telaffuz Telaffuz Telaffuz Hata bildir!
Nevertheless, world history is littered with agreements and treaties that were not respected and led to nothing.
Παρά ταύτα η παγκόσμια ιστορία βρίθει συμφωνιών και Συνθηκών οι οποίες αθετήθηκαν και δεν μπόρεσαν ποτέ να υλοποιηθούν.
Telaffuz Telaffuz Telaffuz Hata bildir!

Eş anlamlılar

1. disorder: clutter, confusion, mess, untidiness, jumble
2. rubbish: trash, garbage, refuse, waste, debris, fragments
3. brood: offspring, family
4. stretcher: vehicle
5. strew: scatter, derange, clutter, disarrange, disorder, mess up, defile



dictionary extension
© dictionarist.com